Θα συμπαρασύρει η διεθνής ύφεση τις τιμές των ελληνικών ακινήτων;

Σε κοινό συμπέρασμα καταλήγουν οι έρευνες για τις τιμές των ακινήτων σε όλο τον κόσμο. Ότι μια ύφεση είναι αναπόφευκτη καθώς τα αυξανόμενα επιτόκια μειώνουν τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων και τις αποπληρωμές καθώς το κόστος δανεισμού έχει αυξηθεί σε υψηλό δεκαετίας.

Αυτό οδηγεί στο γεγονός ότι η αγορά ενός σπιτιού γίνεται ιδιαίτερα ακριβή και μη προσιτή για τα περισσότερα νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος. Στην Ελλάδα, η αύξηση των επιτοκίων οδήγησε σε αύξηση του κόστους για τους δανειολήπτες, η επιβάρυνση του οποίου αντιστοιχεί σε επιπλέον 2,5 δόσεις ετησίως.

Ωστόσο, δεν έχει προκαλέσει ακόμη τουλάχιστον μετρήσιμες επιπτώσεις στην αγορά ακινήτων, δεδομένου ότι και οι δανειολήπτες περιμένουν τα μέτρα στήριξης που σχεδιάζει η κυβέρνηση, με τον Κ. Μητσοτάκη να ζητά από το υπουργείο Οικονομικών «να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες για συνεπείς δανειολήπτες». , όπως ανέφερε σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου.

Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα είναι πώς, σε συνθήκες γενικής αστάθειας και υψηλού πληθωρισμού, που υπονομεύει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, αναμένεται να εξελιχθούν οι τιμές της ελληνικής αγοράς ακινήτων. Η απάντηση των ειδικών είναι ότι τα ελληνικά ακίνητα με τα σημερινά δεδομένα φαίνεται να έχουν αποφύγει σημαντική πτώση των τιμών, με το χειρότερο σενάριο να προβλέπει μηδενική μεταβολή των αξιών. Πού υποστηρίζουν οι ειδικοί αυτήν την αξιολόγηση;

– Το γεγονός ότι η ελληνική αγορά ακινήτων, παρά τη σταδιακή άνοδο των τιμών από τα τέλη του 2016, δηλ. για περίπου έξι χρόνια, παραμένει η φθηνότερη σε σύγκριση με έναν πολύ μεγάλο αριθμό πόλεων όχι μόνο εντός αλλά και εκτός Ευρώπης. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις τιμές πώλησης, αλλά και για τα ενοίκια.

Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Global Property Guide για ποιοτικά νέα κτίρια, η Αθήνα έχει τις χαμηλότερες τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο. (με μέσο όρο 4.490 ευρώ/τ.μ.), έναντι Αυστρίας (11.915 ευρώ/τ.μ.), Μάλτας (5.670 ευρώ/τ.μ.), Λουξεμβούργου (5.700 ευρώ/τ.μ.), Άμστερνταμ. (8 560 ευρώ/τ.μ.), Όσλο (10.270 ευρώ/τ.μ.) κ.λπ.

-Παρά την υποχώρηση των κινεζικών συναλλαγών Golden Visa, που αντιπροσωπεύουν μεγάλο μέρος των ξένων επενδύσεων σε ακίνητα, τα ελληνικά ακίνητα εξακολουθούν να αποτελούν επενδυτικό προορισμό για τους ξένους.

Δεν είναι τυχαίο ότι σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας Handeslblatt, η αγορά δεύτερης κατοικίας στην Ελλάδα είναι ένας από τους πιο κερδοφόρους τομείς δραστηριότητας, προσελκύοντας έντονη ζήτηση. Επιπλέον, πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των Γερμανών που επιθυμούν να αγοράσουν ακίνητα στην Ελλάδα, επιδιώκοντας να συνδυάσουν το καλό κλίμα – άρα και το χαμηλό ενεργειακό κόστος – με την απόκτηση ακινήτου σε δημοφιλή τουριστικό προορισμό.

-Το απόθεμα της καλής ακίνητης περιουσίας είναι μικρό, γιατί παρά την οικοδομική έκρηξη τα τελευταία χρόνια, προγραμματιστές που διδάχθηκαν από την κρίση των προηγούμενων ετών προχωρούν συντηρητικά στη δημιουργία νέων κτιρίων, διασφαλίζοντας πριν από κάθε νέα επένδυση ότι υπάρχει ζήτηση. Αυτό σημαίνει ότι όσο πολλά νεόδμητα διαμερίσματα βγαίνουν στην αγορά, εξαγοράζονται σχεδόν αμέσως, με αποτέλεσμα η ζήτηση να παραμένει υψηλότερη από την προσφορά, αποτρέποντας ένα σενάριο ελεύθερης πτώσης.

-Η φορολογία και οι έμμεσες επιβαρύνσεις δεν επιβαρύνουν τόσο την ιδιοκτησία όσο κάποτε, ενώ υπάρχουν σημαντικά φορολογικά κίνητρα. Για παράδειγμα, διατηρείται η απαλλαγή από τον ΦΠΑ 24% έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, καθώς και το μέτρο για έκπτωση έως και 40% του κόστους ανακατασκευής και εκσυγχρονισμού.

-Σημαντικό ρόλο παίζει και το γεγονός ότι διαχρονικά η παρουσία υψηλού πληθωρισμού τροφοδοτεί τις επενδύσεις σε ακίνητα, γιατί οι ρευστοποιήσιμες αναζητούν ασφαλή επενδυτικά καταφύγια για να προστατεύσουν τα κεφάλαιά τους από τις υποτιμήσεις. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό αν αναλογιστεί κανείς ότι η εξοικονόμηση π.χ. 100.000 ευρώ με πληθωρισμό 12% σημαίνει ίση μείωση της αγοραστικής δύναμης αυτού του ποσού, αφού απαιτείται μεγαλύτερη δαπάνη για τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης.

Με άλλα λόγια, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η ελληνική αγορά ακινήτων μπορεί να αποφύγει τα χειρότερα, λόγω της «καλής θέσης», των χαμηλότερων τιμών σε σχέση με άλλες αγορές του εξωτερικού, των ξένων επενδύσεων και του πληθωρισμού.

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *